Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Ο Μεγάλος Μικρός...

Επειδή κάτι συμβάντα σαν το πιο κάτω πρέπει να μαθαίνονται και να διαδίδονται, παραθέτω μια είδηση που αρκετοί από μας ήδη γνωρίζουν, ενώ άλλοι ΠΡΕΠΕΙ να την μάθουν.
Καλό ταξίδι μικρέ Αντρέα...

http://www.sentragoal.gr/article.asp?catid=10534&subid=2&pubid=7778788

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Η Σωφερίνα!!!


Είσιεν πολλά χρόνια να το δοκιμάσω τούτον, αλλά είπα να δώκω τζιαι γω μιαν ευκαιρίαν εις τα τοπικά μέσα συγκοινωνίας (!) που διαθέτει ο τόπος μας.


Τες προάλλες το λοιπόν, έπρεπεν να πάρω το όχημαν για σέρβις. Εκμεταλλευόμενος την άδειαν που έπιασα που την δουλειάν, έκλεισα ραντεβού να το πάρω. Το καράζ βρίσκεται στο ΣΟΠΑΖ, το σπίτι μου στην άλλην άκρην της χώρας. Πώς να έρτω πίσω εν τω πρόβλημαν, αφού εδούλευκεν το Μωρόν. Ξέρω, εν τζιαι τα τακσιά, αλλά κόφκουν μας την σιοιρινά τον τελευταίον τζιαιρόν. Γι’ αυτόν είπα να δώκω μια ευκαιρίας στα «Λεωφορεία Λευκωσίας».

Εξαπόλυσα το αυτοκίνητον τζιαι επήα στην στάσην που ήταν απέναντι ακριβώς. Πιάνω τηλέφωνον την εταιρείαν, για να μάθω τι νούμερον λεωφορείον να πιάσω. Εξυπηρέτησεν με μια πολλά ευγενική κορού, που μου είπε να πιάσω το νούμερον τάδε που θα με πάρει στο Άγαλμα, τζιαι που τζιαμέ τζιαι τζει να πιάσω το νούμερον τάδε να πάω σπίτιν μου. Καλώς. Σε 10 λεπτά, φτάνει το λεωφορείον μου.

Εχάρηκα που είδα ότι είσιεν αλλό 5-6 πλάσματα μέσα, μισοί κυπραίοι τζιαι μισοί αλλοδαποί.

«Καλημέρα», λαλώ του μεσήλικα σιωφέρη, πληρώνοντας για το εισιτήριον. Καμιά απάντηση.

«Ευχαριστώ», λαλώ του. Σιγή ιχθύος. Δηλαδή, μαντές τζιαι ελάλεν μου «Να σου σιέ….». Τέλος πάντων. Έκατσα. Σε 15 λεπτά είμασταν στο άγαλμα. Κατά καλήν μου τύχην, το άλλον λεωφορείον εκαρτέραν τζιαμέ ώσπου να γενεί 8:30, νάρτουν τζι άλλοι επιβάτες τζιαι να ξεκινήσει.

Μπαίνω μέσα. Έκπληξη! Σιωφερίνα, ετών 45-50, ομιλικότατη τζιαι καπάτσα!

Έκατσα μέσα, επαρατήρουν τζιαι άκουα. Λλίον πίσω που την σιωφερίναν, εκάθουνταν αλλό 2 κυρίες. Τζι αντακώσαν να μιλούν για μαειρέματα, νοικοτζυρκά, δουλειές. Λαλεί τους η Σ:

«΄Εβαλα το φαϊν πάνω, αλλά εν τζιαι πρόφτασεν να καταστηθεί. Άφηκα το τζ ήρτα δουλειάν. ¨Ηνταμ πον να κάμω? Πόσα να προφτάσω?»

Άτιμη κοινωνία, λαλώ που μέσα μου.

Μπαινει τζείνην την ώραν τζι ένας μουζουρής με την μουζούρεναν του. Δείχνουν της τες κάρτες τους (μηνιαίες νομίζω) τζια παν να κάτσουν. Όοοοπ! Σταματά τους η Σ.

Δείχνει την κάρταν της κορούς, που προφανώς είσιεν τζιαι την φωτογραφίαν της πάνω.

«Δαμέ, δις ις γιού. Έννεν?»

«Γες, μάνταμ», πολοέται τζείνη.

«Ε μα τούτος, ποιος ένι κόρη?» λαλεί της, δείχνοντας την κάρτα του άλλου.

«Δις ις μάϊ χάσπαντ,», τζιαι δείνει της τον άντραν της που έκατσεν πιλέ.

«Αααα, μα χήαρ, έσιει μουστάτζιην. Νάου ένεσιη? Έκοψεν το?». Τζείνα που της ελάλεν έκαμνεν τα τζιαι στην νοηματικήν, ειδεμή έν θα εκαταλάβαινεν η κορού.

«Γες μάνταμ!»

«Καλάν».

Ξεκινούμεν. Μετά που 100 μέτρα, μες στην Ευαγόρου που έσιει 4 λωρίδες κυκλοφορίας, πάνει μας κότσιηνον. Πλευρίζει έναν άλλον αυτοκίνητον τζιαι φωνάζει του:

«Κύριε Πάμπο γεια σου, τι κάμνεις? Εκατάλαβες με? Είμαι η τάδε που το τάδε….»

Αφταίνει πράσινον. Πουρούες πίσω μας.

«Εεε καλάν σιόρ!» Θωρεί που το καθρεφτούϊν πίσω. «Εν τζιαι συνάδελφος! Τι θέλεις ρε? Πού εννά πάεις τζιαι βιάζεσαι?» Δικλά πάνω μας τζιαι λαλεί:

«Εν πολλά καλόν παιδίν τούτος ο σιωφέρης, αλλά βιάζεται λλίον περίτου που το κανονικόν»

Φιρμός. Τζιαι δεν την εσταμάταν τίποτε. Σε μια περίπτωσην που είσιεν αυτοκίνητον ομπρός τζιαι έθελεν να περάσει, έκλωσεν λλίον αριστερά, εφκήκεν πεζοδρόμιον τζιαι πέρασεν!

Σε 20 λεπτά ήμουν έσσο μου. Περπατώντας που την στάσην ως το σπίτιν, εγέλουν μόνος μου μες τον δρόμον!