Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Ήντα τζιαιρούς εφτάσαμεν!!!

Τες προάλλες επετάχτηκα να παραλάβω τον γιο μου που το δημοτικόν, αφού έτυχεν να ήμουν σπίτι για λλίες μέρες.  Σταματώ το λοιπόν τζιαι τραβώ χειρόφρενον την ώραν ακριβώς που παίζει το κουδούνιν του σχολείου.  Κατεβαίνω που τ' αυτοκίνητον τζιαι πάω προς το καντζιέλλιν του σκολείου, στο οποίον αρκέψαν ήδη να συνάουνταν οι μιτσσιοί/ες.  Θωρώ έναν μιτσήν (πρώτην τάξην απ' ότι μου είπεν μετά ο γιος μου) τζιαι έρκεται προς το μέρος μου.  Εκολόσυρνεν την βαλιτσούαν του που την μιαν τζιαι το σακκούϊν του που την άλλην.  Κάθεται στο καρτερίμιν τζιαμέ ομπρός μου, καρτερώντας φαίνεται το δικόν του το "ταξί".  Δικλά αριστερά..τζιαι τι θωρώ!  Έναν σκουλαρικούΙν - κρικκούϊν παρακαλώ, να κρέμεται που το φτιν του, όπως του Σάκη του Μπουλά!  Έμεινα όπως τον χαντακωμένον τζιαι εθώρουν το.  Λαλώ που μέσα μου, "ρε άμπα τζιαι εν τίποτε καμιά σταγόνα νερό/δρώμα τζιαι γυαλλίζει, άμπα τζιαι εφάνην μου?"  Όϊ φίλε μου.  Ήμουν σωστός.  Τζιαι γυρίζει τζιαι ο μιτσής τζιαι λαλεί μου:  "Ήνταμ πον ρε μάστρε?"  Μάστρε?  Έτσι εφωνάζαμεν τους εφέδρους που έρκουνταν μες τα τάγματα για να καταταγούν.  Τέλοςπάντων.  "Τίποτε μάνα μου, έτο περιμένω τζιαι γω τον γιον μου.  Εν ώρα του".  "Α!"  λαλεί μου!
Έσιεν να φυρτώ ρε κοπελλια.  Έν τζιαι έχω τίποτε με το να βάλουν οι νέοι κανέναν σκουλαρικούιν, αλλά όϊ τζιαι που τα 6 τους!  Εν δαμέ που αρκέφκει τζιαι χαλά το πράμαν.  Άμαν που τα τωρά αρκέψει έτσι ο μιτσής, ως το λύκειο πώς εννά ναι?  Έν έσιει δασκάλους σιόρ να πουν των γονιών ότι απαγορεύονται τέθκοια μασκαραλλίκκια στο σχολείον?  
Ο Θεός πιον!